- δικτύῳ
- δίκτυονnetneut dat sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
δικτυώ — δικτυῶ ( όω) (AM) [δίκτυον] 1. κατασκευάζω κάτι με μορφή δικτύου 2. παθ. ( οῡμαι) α) είμαι κατασκευασμένος σε μορφή δικτύου β) συλλαμβάνομαι μέσα σε δίκτυ … Dictionary of Greek
δικτύωι — δικτύῳ , δίκτυον net neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
COLUMBA Allectatrix — memoratur Suidae, ubi illam παλευτρίαν vocat. Nempe columba adeo simplex est, ut retia non evitet neque laqueos sibi paratos, cum se demittit ad cibum: non tamen omnis, sed quae allectatrici assider, unde ἠμένη πελειὰς, sedens columba Proverb.… … Hofmann J. Lexicon universale
неводъ — НЕВОД|Ъ (7*), А с. Невод: а придалъ ѥсмь ѥму ѡзера рыбнаѧ за днѣпромъ куды мои неводи ходили. Гр после 1349 (ю. р.); бы(с) дѣтищь вверженъ в ыстомль. ѥго же дѣтища выволокоша рыболове въ неводѣ. ЛЛ 1377, 55 об. (1065); всѧ ѥго [Христа] притъна… … Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)
δικτυωτός — ή, ό (AM δικτυωτός, ή, όν) 1. ο κατασκευασμένος σε μορφή διχτυού 2. (ειδ. για πόρτες, παράθυρα) ο κατασκευασμένος με ράβδους ή σανίδες που τέμνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας ρόμβους νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το δικτυωτό α) χώρισμα ή παραπέτο… … Dictionary of Greek
παλεύω — (I) και παλαίβω 1. συμπλέκομαι με κάποιον και προσπαθώ να τόν νικήσω 2. επιδίδομαι στο αγώνισμα τής πάλης 3. μτφ. αγωνίζομαι σκληρά για να υπερνικήσω αντίπαλο ή αντίξοες περιστάσεις («με το κύμα, με τσ ανέμους, παλεύω μοναχή», Σολωμ.) 4. (κατ… … Dictionary of Greek
πολυωπός — όν, Α αυτός που έχει πολλές οπές, πολυωπής (Ι)* («ἰχθύας... ἔκτοσθε θαλάσσης δικτύῳ ἐξέρυσαν πολυωπῷ», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + ωπός (< ὀπή «τρύπα»), πρβλ. στεν ωπός. Το ω τού β συνθετικού οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως] … Dictionary of Greek
ИАКОВ ЗЕВЕДЕЕВ — [᾿Ιάκωβος τοῦ Ζεβεδαίου] (Ɨ 44), ап. от 12 (пам. 30 апр.; пам. зап. 25 июля). В зап. традиции для того, чтобы различать Иакова Алфеева и Иакова, брата Господня, последнего называют Старшим (Maior). Ап. Иаков Зеведеев. Икона. 2 я пол. XIII в. (мон … Православная энциклопедия